Ο Στάθης Δαμιανάκος  γεννήθηκε το 1938 στην Αθήνα. Με τον πατέρα στην αντίσταση και μετά στην εξορία, έζησε δύσκολα νεανικά χρόνια, που διαμόρφωσαν νωρίς την προσωπικότητά του, σε έναν, κοινωνικά και πολιτικά, ενεργό ιδεολόγο. Αποφοιτά από το 2ο Γυμνάσιο της πλατείας Βικτωρίας όπου σφυρηλατεί γερές φιλίες για τις οποίες μιλούσε πάντα με νοσταλγία. Εισέρχεται στην Πάντειο και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες παίρνοντας το πτυχίο του το 1962. Στη διάρκεια των σπουδών του γνωρίζεται με τον H. Mendras, γεγονός που καθόρισε τη συνέχεια των σπουδών του και την επαγγελματική του πορεία.

Το 1957 φτάνει στην Ελλάδα με αποστολή της UNESCO ο H. Mendras, ως εμπειρογνώμων στις κοινωνικές επιστήμες, και πραγματοποιεί μια σειρά διαλέξεων στα πανεπιστήμια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στην Πάντειο εντυπωσιάζεται από τις παρεμβάσεις και το λόγο ενός νεαρού φοιτητή, του Στάθη Δαμιανάκου, με τον οποίο και γνωρίζεται.

Το 1958 ο H. Mendras ξεκινά στην Ήπειρο το ερευνητικό πρόγραμμα για τα «Έξι χωριά της Ηπείρου», με τη χρηματοδότηση του Προγράμματος Ανάπτυξης της Ηπείρου του ΟΟΣΑ, και ζητά από τον Στάθη Δαμιανάκο να συμμετάσχει. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος ανακαλύπτει τη γοητεία και την αξία της επιτόπιας έρευνας.

Η συνεργασία του με τον Mendras αποτέλεσε τη βάση για την πρώτη κοινωνιολογική διερεύνηση της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας, που εμφανίζεται στη γαλλική βιβλιογραφία. Η έρευνα των έξι χωριών της Ηπείρου δημοσιεύθηκε (Mendras, H., Six villages d’ Epire, Unesco, Rapports de Missions, 11) και αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντική αναφορά για τους κοινωνικούς επιστήμονες.

Τόσο η Ήπειρος, όσο και η επιτόπια-εμπειρική έρευνα θα αποτελέσουν έκτοτε τις μεγάλες του αγάπες, στις οποίες με τον ίδιο ενθουσιασμό επιστρέφει ξανά και ξανά.

Μετά τη λήξη της συνεργασίας, με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης, αναχωρεί το 1963 για το Παρίσι, όπου πραγματοποιεί σπουδές στη Νομική Σχολή υπό τη διεύθυνση του Μ. Duverger και παρακολουθεί παράλληλα μαθήματα στην Ecole Pratique des Hautes Etudes αποκτώντας τους μεταπτυχιακούς τίτλους DES από τη Νομική Σχολή και DEA στην Κοινωνιολογία από την Ecole Pratique. Εργάζεται παράλληλα ως συμβασιούχος στο CNRS, και το 1973 γίνεται ερευνητής δουλεύοντας πάντα με τον H. Mendras, ο οποίος διευθύνει την ομάδα αγροτικής κοινωνιολογίας του CNRS. Γίνεται ο  ειδικός της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας και είναι περιζήτητος στο CNRS, στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και στο πανεπιστήμιο.

Ο Σ. Δαμιανάκος ωρίμασε ως επιστήμονας στις χρυσές, για την εξέλιξη της κοινωνικής θεωρίας στη δυτική Ευρώπη, δεκαετίες του 1960 και 1970. Οι ριζοσπαστικές θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις των κοινωνικών επιστημών τροφοδότησαν τη σκέψη του και στήριξαν την ερευνητική του προσπάθεια στρέφοντας την προσοχή του στην αναζήτηση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής περίπτωσης.

Η πτώση της δικτατορίας, του επιτρέπει τις επισκέψεις στην Ελλάδα και ξεκινά την εκδοτική και ερευνητική του δραστηριότητα στην πατρίδα. Το 1976 δημοσιεύει την «Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου» και οργανώνει τις αγροτικές έρευνες στη Βεργίνα. Το 1987 επιμελείται τον συλλογικό τόμο του ΕΚΚΕ «Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα», όπου συγκεντρώνονται πολλές από τις ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιούνται κυρίως από Γάλλους αλλά και Έλληνες ερευνητές που ζουν στη Γαλλία, και ξεκινά παράλληλα τη συνεργασία του με τις εκδόσεις ‘Πλέθρον’.

Εκδίδει πρώτα το «Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός» το 1987 και στη συνέχεια αναλαμβάνει την επιμέλεια της σειράς ‘Λαϊκός πολιτισμός – Τοπικές κοινωνίες’ στην οποία εκδίδονται 8 βιβλία μέχρι τον θάνατό του το 2003. Μεταξύ αυτών, το 1993 το «Θέατρο σκιών: Παράδοση και νεωτερικότητα», το 1997 το «Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου» και το «Ήθος και πολιτισμός των επικίνδυνων τάξεων στην Ελλάδα», μετά το θάνατό του, το 2005.

Παρά τις πολλές δραστηριότητές του ο Σ. Δαμιανάκος είχε χρόνο για τους φίλους και τους συνεργάτες του. Φιλόξενος, γενναιόδωρος, ήταν πάντα διαθέσιμος σαν φίλος και σαν δάσκαλος. Ανθρώπινος, ειλικρινής, τίμιος, υπομονετικός αλλά και επίμονος γι’ αυτά που πίστευε. Αυτά που υποστήριζε, τα υποστήριζε με πάθος. Υποστήριζε τη δική του αλήθεια αλλά άκουγε με μεγάλη προσοχή και σεβασμό και τα επιχειρήματα των άλλων. Για πολλούς, ίσως, υπήρξε άνθρωπος δύσκαμπτος, όχι όμως άκαμπτος. Η δυσκαμψία του ήταν και μια μορφή προσωπικής αντίστασης, προϊόν των κοινωνικών και πολιτικών του εμπειριών, της ίδιας της προσωπικότητας που είχε διαμορφώσει μέσα στα χρόνια. Αντίσταση στην κοινωνική αδικία, στη φτώχεια και στις κοινωνικές διακρίσεις, αντίσταση σ’ αυτό που αποκαλούσε πραγματικότητα της καιροσκοπικής ατομοκεντρικής στάσης ζωής.

Η έννοια της αντίστασης είναι κεντρική στο επιστημονικό έργο του Στάθη Δαμιανάκου. Η αντίσταση των αγροτών, των ανυπότακτων κοινωνικών ομάδων, των κλεφτών και αρματολών, του Καραγκιόζη, των ρεμπέτηδων, αποτελεί τον κορμό του έργου του. Πρόκειται, μιλώντας για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αναμφίβολα για μια παράδοση αντίστασης στις διαδικασίες ενσωμάτωσης που επιχειρεί να επιβάλλει η κεντρική εξουσία και ο καπιταλισμός. Η έννοια της αντίστασης διατρέχει τόσο το αγροτολογικό του έργο όσο και αυτό του λαϊκού πολιτισμού. Υπό μία έννοια, η έννοια της αντίστασης αποτελεί το συνδετικό ιστό, το διαβατήριο για το πέρασμα από τον ένα στον άλλο θεματικό άξονα του έργου του.

Με μεθοδολογικό εργαλείο τη μονογραφική προσέγγιση, μέσα από τη μελέτη αγροτικών κοινοτήτων και περιοχών, παρακολουθεί τις μορφές και την οργάνωση της αγροτικής εργασίας, το μετασχηματισμό της οικογενειακής εκμετάλλευσης στη σύνδεσή της με την οικονομία της αγοράς, την πολιτική συμπεριφορά των αγροτών και την πελατειακή διαμεσολάβηση στη σχέση των τοπικών κοινωνιών με τη κεντρική εξουσία.

Η ελληνική γεωργία, για τον Δαμιανάκο, διαφέρει αισθητά από το δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο λόγω της ιδιαιτερότητας του εθνικού καπιταλισμού, εντός του οποίου αναπτύχθηκε ως τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και ως οικονομική-κοινωνική πραγματικότητα. Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής γεωργίας αποτελούν προϊόν των δεσμών που διαμορφώνουν οι τοπικές κοινωνίες με τις «έξωθεν» εξουσίες.

Η μεγάλη γεωγραφική κινητικότητα του έλληνα χωρικού, η παράδοση κοινοτικής αυτονομίας, η σύγχυση των ορίων αστικού-αγροτικού χώρου, και η συνακόλουθη υπέρβαση των κοινωνικών στεγανών, καθώς και η ημι-περιφερειακή θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καπιταλισμό, είναι μερικά από τα αίτια συγκρότησης αυτών των ιδιαιτεροτήτων για τον ΣΔ.

Το έργο του για τον λαϊκό πολιτισμό θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι περισσότερο γνωστό από αυτό για τον αγροτικό χώρο.

Εδώ, το πέρασμα από την παράδοση στη νεωτερικότητα, από την παραδοσιακή κοινωνία στο έθνος-κράτος, διερευνώνται μέσα από τη συγκρότηση εκείνων των παρακοινωνιακών ομάδων (όπως οι κλέφτες, οι ληστές, οι ρεμπέτες, οι καραγκιοζοπαίχτες) που προβάλλουν αντίσταση στις προσπάθειες ενσωμάτωσής τους στην κυρίαρχη κεντρική εξουσία και στην αναγνωρισμένη νομιμότητα.

Έτσι, η έκδοση της «Κοινωνιολογίας του ρεμπέτικου», το 1976, τάραξε τα νερά και συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός διαλόγου για την ιστορική και κοινωνική συγκρότηση του ρεμπέτικου τραγουδιού αλλά και το θεματολογικό και μορφολογικό περιεχόμενο των ίδιων των ρεμπέτικων τραγουδιών. Η έκδοση του βιβλίου «Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός» το 1987, αποτελείται από κείμενα κινούμενα από τη θεωρητική συγκρότηση της έννοιας ‘λαϊκός πολιτισμός’, έως το ιστορικό φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας και τις πολιτισμικές εκφράσεις του ρεμπέτικου τραγουδιού και του θεάτρου σκιών.

Ο Στάθης Δαμιανάκος υπήρξε ένας λιτός, ασκητικός, στην καθημερινή του ζωή άνθρωπος, αφιερωμένος στις έρευνές του και στα βιβλία του. Ένας ακούραστος, σχολαστικός ερευνητής, ένας εραστής της επιτόπιας έρευνας, ένας εξαίρετος αλλά και αυστηρός στις κρίσεις του δάσκαλος. Ένας έντιμος, ταπεινός άνθρωπος και επιστήμονας που άφησε ως παρακαταθήκη, όχι μόνο το πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο αλλά, κυρίως, το, σπάνιο στις μέρες μας, ήθος του.

Χαράλαμπος Κασίμης

Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί σύνοψη του βιογραφικού, αλλά κυρίως του επιστημονικού μέρους, του άρθρου μου «Στάθης Δαμιανάκος: βίος, έργο, ήθος» στον συλλογικό τόμο «Αγροτικότητα, κοινωνία και χώρος», Εισ-Επιμ, Ε. Ζακοπούλου, Χ. Κασίμης, Λ. Λουλούδης, Πλέθρον, 2008