9/12/2021, Ωρα: 20:00   Κινηματογράφος: ΔΑΝΑΟΣ

Θα προηγηθεί σύντομη παρουσίαση της ταινίας του Θ. Αγγελόπουλου Ο Μεγαλέξανδρος από την Αιμιλία Καραλή (διδάκτωρ φιλολογίας) και θα ακολουθήσει διάλογος με τους θεατές.

(Πριν την προβολή της ταινίας θα γίνει η τελετή έναρξης η οποία θα ξεκινήσει 18:30).

 

Υπόθεση της ταινίας:

Παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1900, δραπετεύει από τη φυλακή, καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο, ένας επικίνδυνος ληστής: ο Μεγαλέξαντρος, όπως τον αποκαλεί ο λαός, αφού βλέπει σ’ αυτόν το μυθικό ανάλογο των λαϊκών εξεγέρσεων. Με τη βοήθεια των παλικαριών του, απάγει μια ομάδα Άγγλων διπλωματών και τους κρατάει όμηρους στο χωριό του, ζητώντας από την κυβέρνηση αμνηστία και την επιστροφή της γης στους χωρικούς. Οι χωρικοί, που έχουν δημιουργήσει μια κοινότητα κάτω από την καθοδήγηση ενός δασκάλου σοσιαλιστή, υποδέχονται τον Αλέξανδρο και τους δικούς του, και τον χαιρετίζουν ως λυτρωτή. Η αρμονία ανάμεσα στους ληστές και τους χωρικούς δεν διαρκεί πολύ….

Αποσπάσματα  από κείμενο του Λευτέρη Ξανθόπουλου για την ταινία.

(Ολόκληρο το κείμενο καθώς και περισσότερες πληροφορίες για την ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου εδώ).

Μέσα απ’ το φακό του ο Αγγελόπουλος κοιτάζει τα πράγματα εν σιωπή. Το βάρος αυτής της σιωπής και η οξύτητα αυτού του ακίνητου βλέμματος συνιστούν τη δύναμη τούτης της ταινίας, έτσι που ο θεατής να μην μπορεί ν’ αποσπαστεί από την οθόνη. Αυτός ο τρόπος κινηματογράφησης – τόσο προσωπικός, τόσο μοναδικός στην ιδιαιτερότητά του– τείνει σε μια επιστροφή στις ρίζες του κινηματογράφου, κι αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τούτη την εντύπωση της φρεσκάδας και της δύναμης.

Όσο για μένα, βλέποντας την ταινία, ένιωσα βαθιά την ηδονή του κινηματογράφου, στην πιο απόλυτη έννοια του όρου.

Aκίρα Koυρoσάoυα

 

Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας, ο μικρός Αλέξανδρος με το πεισματικό πιγούνι, καθισμένος στο μουλάρι, µε πληγωμένο το πόδι από σφαίρα, σημαδεμένος κι αυτός όπως ο προκάτοχος μύθος, μπαίνει το σούρουπο από τα υψώματα ως συνωμότης στη μεγαλούπολη. H φωνή του αφηγητή ακούγεται off: «Κι έτσι ο Αλέξανδρος μπήκε μέσα στις πόλεις».

O νέος Αλέξανδρος, όπως ο νεογέννητος Δίας στη μυθολογία, φυγαδεύεται από τη Γυναίκα-Μεγάλη Μητέρα για να σωθεί. O μικρός Αλέξανδρος θα μεγαλώσει αλλού, για να επιστρέψει πάλι ως μύθος στο χώρο του μελλοντικού δράματος.

Στην αρχή της ταινίας, ο Mεγαλέξαντρος, με τη βοήθεια κάποιας άγνωστης δύναμης, δραπετεύει από τις φυλακές, ντύνεται κάτω απ’ το φως του φεγγαριού στο μαρμαρένιο αλώνι (αρματώνεται με τα στολίδια του μύθου), καβαλάει το άλογό του και χάνεται στο δάσος. Άσπρο, καθαρόαιμο άλογο, πορφυρό κιλίμι κάτω από τη σέλα, κι η μαύρη κάπα στους ώμους του καπετάνιου. Οι σύντροφοι βγαίνουν απ’ τα δέντρα, οπλίζονται και τον ακολουθούν πεζοπορώντας.

[…]

Στην ταινία του Αγγελόπουλου, ο Αλέξανδρος είναι μια μορφή μεσολάβησης ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αναλαμβάνει να βάλει τάξη στο επίγειο χάος. Ασκεί την εξουσία κατά την κρίση του και φυλακίζεται. Τα κατορθώματα του ήρωα έχουν συμβεί στο παρελθόν του κινηματογραφικού μύθου, πριν ακόμα αρχίσει η ταινία, κι ο Mεγαλέξαντρος, μυθοποιημένος ήδη, δραπετεύει από τη φυλακή για να πορευτεί προς την τελείωση, να παρευρεθεί στη θεοποίηση του ειδώλου του.

O Αλέξανδρος βγαίνει από τη φυλακή για να πραγματοποιήσει το ταξίδι προς την Ουτοπία. Στην πορεία του, θα διαπιστώσει την εξάρτηση των πράξεών του από τον ίδιο του το μύθο και θα επιδιώξει εναγώνια την οριστική του απελευθέρωση μέσα απ’ την αυτοκαταστροφή και τον αφανισμό του.

[….]

O λαϊκός ήρωας Mεγαλέξαντρος, σημαδεμένος απ’ τη φύση, επιληπτικός, ταγμένος και μοναχικός, ανάγεται μέσα απ’ τις αυθαιρεσίες του αυτοεγκλεισµού του σε τραγικό πρόσωπο. O Mεγαλέξαντρος μυθοποιείται από την ίδια την ανάγκη του λαού να επενδύσει τις επιθυμίες του στον χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος, ανίσχυρος ν’ απαλλαγεί απ’ το ρόλο που του δόθηκε, εξελίσσεται σε μια μορφή εξουσίας σαν κι αυτή που πολεµάει. O χοϊκός Αλέξανδρος φτάνει στο χωριό του χειμώνα. Οι χωριανοί τον υποδέχονται με ζητωκραυγές· καμπάνες βουίζουν, γυναίκες τού προσφέρουν λατρευτικά νερό απ’ τη βρύση – να πιει, να ξεδιψάσει. Γυμνοί άντρες βαφτίζονται απ’ τα χέρια του· μετά κάθεται σε Μυστικό Δείπνο με τους συντρόφους του. Στα πόδια του μακρόστενου τραπεζιού με το λευκό τραπεζομάντιλο, οι χωρικοί τραγουδούν το τραγούδι του Αρχηγού. Πεχλιβάνηδες, με αλειμμένα τα σώματα λάδι, παλεύουν μπροστά στον αρχηγό μετά το Δείπνο. O ανθρωποκεντρισμός της Δύσης σμίγει με το θεοκεντρισμό της Ανατολής. O Αλέξανδρος, ως Μέγας Μύστης, κοινωνεί της ζωής του χωριού, μεταλαμβάνει.

Στο χωριό λειτουργεί, με την πρωτοβουλία του Δάσκαλου, ένα σοσιαλιστικό κοινοβιακό πείραμα. Mετά την υποδοχή του Αλέξανδρου, θα ξεσπάσει η πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στους δυσαρεστημένους ληστές και στην εύθραυστη αυτοδιοικούμενη κοινότητα.

Οι Ιταλοί αναρχικοί, το πιο ανθρώπινο στοιχείο στην ταινία και φορείς συγκίνησης, είναι οι μαύροι άγγελοι, οι προπομποί δεινών· προμαντεύουν την καταστροφή που θα ακολουθήσει, αρνούνται να παρευρεθούν στα δρώμενα, και, συνεπείς μ’ αυτά που πιστεύουν, επιχειρούν ν’ απομακρυνθούν, περνώντας με την ξύλινη σχεδία το ποτάμι. Κάποια από τις δύο μεριές αποφασίζει το θάνατό τους. Αθέατοι δολοφόνοι πυροβολούν και τους σκοτώνουν. Οι Ιταλοί αναρχικοί πρέπει να πληρώσουν το τίμημα της προφητείας τους και με το θάνατό τους να δικαιωθούν.

O Mεγαλέξαντρος, κοινωνικός ληστής, ζητάει από την εξουσία ν’ ανταλλάξει τους ξένους αιχμαλώτους με την αμνηστία – τη δικιά του και των συντρόφων του. Ζητάει την ανέξοδη επανένταξή του στο σύστημα στο οποίο ως τότε εναντιώθηκε.

[….]

O Αλέξανδρος, ξεπερνώντας τα όριά του, οδηγεί το τοπίο στην αιματοχυσία. O κύκλος του κλείνει. Εκτελεί τη γυναίκα-σύμβολο, που είναι κόρη του, μάνα του και γυναίκα του. H Μεγάλη Μητέρα θα μυήσει νωρίτερα τον νέο Αλέξανδρο στο μεγαλείο της γυναίκας. Προς το τέλος της ταινίας, κάποια άλλη στη θέση της  θα φυγαδεύσει το παιδί. H γυναίκα θυσιάζεται μαζί με τους δύο άντρες της Κοινοτικής Επιτροπής, μπροστά στο απόσπασμα των ληστών. Θα χυθεί αίμα για την εξιλέωση και την κάθαρση· όπως το αίμα των προβάτων που βρίσκονται σφαγμένα στην πλατεία του χωριού σαν μαντικό προμήνυμα καταστροφής και τελετουργική εισαγωγή όσων θ’ ακολουθήσουν. Τα πρόβατα που σφάζει ο Αίας του Σοφοκλή, είναι η απαρχή δεινών για τον τραγικό αρχηγό των Σαλαµινίων, που θ’ αυτοκτονήσει πέφτοντας πάνω στο σπαθί του.

H αιµορραγία είναι η δικαίωση.O λαϊκός ήρωας αναφλέγεται. O Αλέξανδρος μεταμορφώνεται σε πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας, ανίσχυρος να ξεκόψει απ’ αυτό που του έχει προκαθοριστεί, υπακούοντας στο θέσφατο. Μια μοίρα, ένα χέρι θεϊκό, προδίδει διαρκώς την πορεία των πραγμάτων. οδηγώντας το δράμα, μέσα από αλλεπάλληλες ανατροπές, στη λύση του.

«H πολιτική του Αλέξανδρου είναι η μαγική θέληση του ενός. Έχει την ικανότητα να κάνει σκοτεινή οποιαδήποτε πράξη» θα πει κάποια στιγμή ένας από τους αναρχικούς στο Δάσκαλο.

O ήρωας κουβαλάει το τραύμα ενός άδικου φονικού. Το ματωμένο νυφικό στον τοίχο, ο εμφύλιος πόλεμος, είναι η μνήμη που δε θέλει να χάσει, η μνήμη που συντηρεί το μίσος και επιβεβαιώνει κυκλικά την κίνησή του.

O πληγωμένος Αλέξανδρος, με χτυπημένο το χέρι που κρατάει ακόμα το σπαθί-σύμβολο της εξουσίας του, δεν εξοντώνεται μέσα στον κύκλο των μαυροφορεμένων χωρικών, δε συλλαμβάνεται· έχει υπερβεί τις ανθρώπινες διαστάσεις του. O προσωπικός του μύθος τον αναποδογυρίζει. O Αλέξανδρος άγγιξε την ύβρι· τιμωρείται για την ασέβεια που έδειξε προς τους θεούς, προς το μέτρο. Ξαναγυρίζει στο σκοτάδι. H ταινία με το εκρηκτικό ύφος αγγίζει τα όριά της. O Αλέξανδρος αναλαμβάνεται στους ουρανούς και, ταυτόχρονα, βρίσκεται μέσα στον κύκλο των ανθρώπων που τον κλείνουν (όπως ακριβώς ο ηθοποιός Antonutti σκεπάζεται με την κάπα που του ρίχνει ένας κομπάρσος, και βγαίνει από το κέντρο του κύκλου, μεταμορφωμένος πάλι σε άνθρωπο). Με τη θεοφαγία που συντελείται στο κέντρο του κύκλου, ο Αλέξανδρος γίνεται δικός τους, επιστρέφει στους ανθρώπους, επιστρέφει στο χώμα απ’ όπου ξεκίνησε. Στη θέση του σώματος του ήρωα αναδύεται το άγαλμά του. O μύθος επιβιώνει μέσα από την προτομή και προεκτείνεται στον ατελείωτο χρόνο. O μαρμαρωμένος βασιλιάς… το παρελθόν που παγώνει σε Ιστορία… ο γύψος των νεκρών… τ’ αγάλματα στην ποίηση του Σεφέρη που «σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις; Θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους, με την αλλοτινή μορφή τους που δεν γνώρισες κι όμως την ξέρεις…»

Ακούγεται καλπασμός ενός αόρατου αλόγου που περνάει και χάνεται. Οι στρατιώτες-εκτελεστές της εξουσίας υποχωρούν τρομαγμένοι. Στα πόδια τους, η μαρμάρινη προτομή τούς απειλεί με τη σιωπή τους. O Αλέξανδρος ανταλλάσσει το βίαιο και εφήμερο παρόν του με τη συλλογική μνήμη που προκαλεί το άγαλμά του. O Αλέξανδρος μένει και θυσιάζεται, μπαίνοντας στον κύκλο των θεών. O Emiliano Zapata του Elia Kazan… Το άγαλμα θα τροφοδοτεί το μύθο στους αιώνες.

[…]

H μουσική της ταινίας, αιχμηρή σαν βέλος, γεφυρώνει τις ενότητες. H μουσική, σαϊτιά στο τοπίο και την τοπογραφία του μύθου, μεταφέρει την απειλή.

Οι στρογγυλάδες της ταινίας, τ’ αλώνια, οι κυκλικές κινήσεις τής μηχανής, η εσωτερική αυτονομία του κάθε πλάνου, η κυριαρχία των συμβόλων και η επανάληψή τους, δεν είναι τίποτα’ άλλο παρά οι επάλληλοι κύκλοι του ίδιου του Αγγελόπουλου που κλείνουν και τον κλείνουν.

O κινηματογραφικός Αλέξανδρος, μαζί με την εξουσία της εικόνας που κουβαλάει, ξέφυγε απ’ τα χέρια του σκηνοθέτη και στα σίγουρα μπήκε μέσα στις πόλεις. O Αγγελόπουλος, από το μακρινό παρελθόν κομίζει τα αρχέτυπα μιας πράξης μελλοντικής στο αβέβαιο και μηδενισμένο παρόν.

 

Χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας εδώ.