Βιογραφικό Γιώργη Λαμπρινού (1909-1949)

O Γιώργης Λαμπρινός (Mπαστουνόπουλος) γεννήθηκε στη Σίτσοβα (Αλαγονία), το 1909. Ένα κεφαλοχώρι, στη δυτική πλευρά, τη Μεσσηνιακή, του Ταϋγέτου, στο δρόμο από την Καλαμάτα προς τη Σπάρτη. Ο πατέρας του, Αναστάσης Μπαστουνόπουλος ήταν δικαστικός υπάλληλος. Ένας από τους αδελφούς του ήταν ο πατέρας του Κωστή Μπαστιά – Μπαστουνόπουλου. Η μητέρα του Λαμπρινού, Χριστόφιλη, το γένος Βασιλάκη, ήταν από μεγάλο σόι. Ανάμεσά τους, αδελφός της ήταν ο πατέρας του Τάκη Βασιλάκη (του γνωστού γλύπτη Τάκη). Ο Γιώργης Λαμπρινός, λόγω των διαρκών μεταθέσεων του πατέρα του, έζησε σε διάφορες επαρχιακές πολιτείες (Γύθειο, Kαλαμάτα) με τελευταία τη Λαμία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιo.

Ωστόσο, οι παρέες του ήταν στον γειτονικό Βόλο. Εκεί  ασπάστηκε τις αριστερές ιδέες και σε νεαρή ηλικία στρατεύεται στο κομμουνιστικό κίνημα, στο οποίο αφιέρωσε, ουσιαστικά, όλη του τη ζωή. «Σημείωμα» της Αστυνομίας αναφέρει ότι ο Γ. Μπαστουνόπουλος (επάγγελμα φοιτητής) είναι μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας από το 1926 (σε ηλικία 17 ετών) και του Κ.Κ. από το 1931: «Εκ της μελέτης τού υπό της Υπηρεσίας μας κατασχεθέντος κατά Νοέμβριον 1936 αρχείον του ΚΚΕ προκύπτουσι τα κάτωθι: Μπαστουνόπουλος μέλος της Κ. (Κομμουνιστικής) Ν. (Νεολαίας) από το 1926 και του Κ.Κ. από το 1931, ηργάσθη γραμματέας της Α.Ε. Λακωνίας και ύστερα καθοδηγητής σε μια σειρά από περιφερειακάς οργανώσεις. Επάγγελμα φοιτητής». Το παρόν έγγραφο υπάρχει στον Απόρρητο Φάκελλο Γεωργίου Μπαστουνόπουλου-Λαμπρινού, αρ. 1922, όπως αυτός φυλάγεται στο Αρχείο της Διεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών.

Συνεχίζοντας ασταμάτητα την κομματική του δράση, μετακινείται, ανάλογα με τις εντολές του Κόμματος, σε διάφορες πόλεις της Ελλαδας, όπως Μυτιλήνη, Γύθειο, Καλαμάτα και Πάτρα. Εκεί, το 1936, γνωρίζει και παντρεύεται την Eυγενία Tσάλα, με την οποία απέκτησε δύο αγόρια (Φώτο και Λάμπρο), που λόγω των διώξεων (εξορίες και φυλακές για τον ίδιο και στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη Γερμανία για τη γυναίκα του) έχουν δεκάχρονη διαφορά ηλικίας.

Eμφανίζεται για πρώτη φορά, με κείμενά του, στην καλαματιανή εφημερίδα «Θάρρος» (1936) και αργότερα στα «Nεοελληνικά Γράμματα» (1939), στη «Bραδυνή» και στη «Nέα Eστία»  με διηγήματα και άρθρα. Την ίδια περίοδο, δημοσιεύει στη «Φιλολογική Kαθημερινή» τις πρώτες μονογραφίες από τις «Mορφές του Eικοσιένα». Είναι η εποχή που έχει ανάγκη από ένα σταθερό ψευδώνυμο και υιοθετεί το «Λαμπρινός». Επισήμως, διατηρεί το επώνυμο «Μπαστουνόπουλος».

 Στη δικτατορία της 4ης Aυγούστου συλλαμβάνεται και μετά από σχετικά σύντομη παραμονή στις φυλακές της Αίγινας εξορίζεται στη Σίκινο. Ως φυματικός, αφού παρέμεινε στη Σίκινο πάνω από ένα χρόνο, μεταφέρθηκε κατόπιν ειδικής στο αναρ-ρωτήριο «Τίμιος Σταυρός» στην Αγία Παρασκευή, «λόγω σοβαρού κλονισμού της υγείας του», όπως βεβαιώνει και το σχετικό έγγραφο της Ασφάλειας: «επιθυμούντες διά λόγους φιλανθρωπίας να υποβοηθήσωμεν τούτον εις αποκατάστασιν της υγείας του, επ’ ευκαιρία και του τοκετού Της Α.Β.Υ. Πριγκιπίσσης Φρειδερίκης…».

“Αναστολή περαιτέρω εκτοπίσεως κομμουνιστού Μπαστουνοπούλου Γεωργίου του Αναστασίου” 8 Νοεμβρίου 1938.

Διεύθυνσις Εθνικής Ασφαλείας, ο Υφυπουργός Κ.Μανιαδάκης.

 Λαμβάνοντας υπ’όψιν τον διά της υπ’ αριθμ. 4/21/38 αναφοράς σας αναφερθέντα ημίν σοβαρόν κλονισμόν υγείας του εν περιλήψει κομμουνιστού και επιθυμούντες διά λόγους φιλανθρωπίας να υποβοηθήσωμεν τούτον εις αποκατάστασιν της υγείας του, επ’ ευκαιρία και του τοκετού Της Α.Β.Υ. Πριγκιπίσσης Φρειδερίκης, ιδόντες και τας διατάξεις του Αναγκαστικού Νόμου 1075,

Αποφασίζομεν 

Την απόλυσιν τούτου άτε τής δια της υπ’ αριθμ. 159 από 20-6-37 Αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης περί ενιαυσίου εκτοπίσεως τούτου εις Σίκινον συνεκτιθείσης μετά της υπ’ αριθμ. 2/27-8-36 εκτοπίσεως ήν εν συνεχεία εξέτισεν ούτος εν Φολεγάνδρω και Ακροναυπλίαν, δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως της Ε.Δ.Α. Νομού Μεσσηνίας.

Η Αστυνομική αρχή του τόπου μονίμου διαμονής του εντέλλεται διά την αυστηράν και ενδελεχή παρακολούθησίν του, τυχόν μεταγενεστέρας αναμείξεώς του εις κομμουνιστικάς ενεργείας.

Ο Υφυπουργός

Κ. Μανιαδάκης 

 

Στην Kατοχή, μετά την οικτρή δολοφονία της Hλέκτρας Aποστόλου, αναλαμβάνει τον τομέα καλλιτεχνών-διανοουμένων του Kομμουνιστικού Kόμματος και του EAM και εκδίδει 5 τεύχη του παράνομου περιοδικού «Πρωτοπόροι»

.

Συνελήφθη από τους Γερμανούς προς το τέλος της Κατοχής και βασανίστηκε άγρια στη «Μέρλιν». Ενώ με την Απελευθλερωση, ανέλαβε αμέσως την καλλιτεχνική σελίδα του «Ριζοσπάστη» μαζί και τη βιβλιοκριτική, ενώ αρθρογραφούσε και διύθηνηε κομματικά το περιοδικό «Ελλεύθερα Γράμματα». Τέλος, ως κομματικός υπεύθυνος επιτηρούσε τη δραστηριότητα (ρεπερτόριο, καλλιτεχνικό επιτελείο), του εαμικού θεατρικού οργανισμού «Ενωμένοι Καλλιτέχνες».

Από την ίδια περίοδο είναι και η φωτογραφία όπου ο Γιώργης Λαμπρινός βαδίζει κρατώντας από το χέρι το γιό του Φώτο στην οδό Σταδίου.

 Λόγω όλων αυτών των ιδιοτήτων –κομματικών και συγγραφικών– ο Λαμπρινός έκανε παρέα με γνωστούς διανοούμενους και λογοτέχνες της Αριστεράς. Με αυτή την παρέα υπάρχει και η φωτογραφία, όπου ο  Λαμπρινός είναι όρθιος με το λευκό πουκάμισο πάνω από τον Καραγιώργη (αριστερά), τον Βάρναλη (κέντρο) και τον Ρώτα (δεξιά με το παπιγιόν), σε ένα γλεντάκι στο σπίτι του Βάρναλη. Δίπλα στον Ρώτα, ο Σπήλιος Κολιτσιδόπουλος και μαζί οι κυρίες Καραγιώργη (όρθια δίπλα στον πατέρα μου), Βάρναλη (επίσης όρθια και χαμογελαστή στη μέση) και Ρώτα (καθιστή). Η μητέρα μου, που επίσης ήταν στο γλέντι, δεν χώρεσε στη φωτογραφία.

Ωστόσο,  προς το τέλος του 1945 (Δεκέμβριος), συνέβη η διαγραφή του Λαμπρινού από το Κόμμα. Το κείμενο της διαγραφής, όπως δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» της 9ης Δεκεμβρίου 1945, και η «απάντηση» του Γ. Λαμπρινού, όπως επίσης δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 16 Δεκεμβρίου 1945, έχουν ως εξής:

 

Αθήνα 21 του Νοέμβρη 1945

 «Κ.Κ.Ε. Κ.Ε. ΕΛΕΓΧΟΥ, Απόφαση αρ. 5. «Η Κ.Ε. Ελέγχου συζήτησε πάνω στο ζήτημα του Γ. Μπαστουνόπουλου (Γ.Λαμπρινού). Ο Γ. Μπαστουνόπουλος δούλευε στα 1935 σαν καθοδηγητής στη Μυτιλήνη. Για τη δουλειά του εκεί, τού είχε γίνει πολύ αυστηρή κριτική από το 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ, από τον σ. Ζαχαριάδη. Όμως το Κόμμα τού έδωσε τις δυνατότητες να διορθώσει τις αδυναμίες του και στα 1936 δούλευε στην καθοδήγηση της Καλαμάτας. Εκεί πιάστηκε μαζί με άλλους συντρόφους και το Κόμμα, παίρνοντας υπ’ όψη μερικές ενδείξεις, τον διέγραψε για ύποπτο.

 Στάλθηκε φυλακή και, ύστερα, εξορία στη Σίκινο. Απ’ εκεί απολύθηκε με ενέργειες του ξαδέλφου του Κ. Μπαστιά. Το Κόμμα δε δέχτηκε επαφή μαζί του μια που ήταν διαγραμμένος. Αφού πήγε σε σανατόριο και γύρισε, υπέβαλε, την εποχή της βασιλομεταξικής δικτατορίας, αίτηση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, για να διορισθεί ‘‘όπου ηθέλατε εγκρίνει’’ λέει στην αίτησή του, αν και έπρεπε ακριβώς γιατί είχε τιμωρηθεί από το Κόμμα να ήταν πολύ προσεχτικός στις ενέργειές του και αν και ήξερε πως κανένας διορισμός δεν γινόταν χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Στα 1941, χρησιμοποιήθηκε σαν εξωκομματικός από το Κόμμα και στα 1943 το Κόμμα, δίνοντάς του ακόμα μία ευκαιρία να επανορθώσει τα λάθη του, τον αποκατέστησε.

 Δούλευε στη διαφώτιση. Αποδείχνοντας, όμως, μιαν απαράδεκτη έλλειψη κομματικής ευθιξίας, διατηρούσε σχέσεις με τον τεταρτοαυγουστιανό ήρωα Κ. Μπαστιά και εύρισκε άσυλο στο σπίτι του. Ύστερα από την Απελευθέρωση εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις με τον ίδιο Κ. Μπαστιά και να κοιμάται στο σπίτι του. Και όχι μόνο αυτό, παρά το Νοέμβρη 1944 έστειλε τον Κ. Μπαστιά σε έναν γνωστό δοσίλογο για να του αποσπάσει λεφτά για τη διαφώτιση. Ο Μπαστιάς εξετέλεσε την εντολή και είπε στο δοσίλογο πως αν έδινε λεφτά, το ΕΑΜ θα του έσχιζε τη δικογραφία, που είχε ετοιμάσει εναντίον του. Έκανε δηλαδή ένα καθαρό εκβιασμό που εξέθετε το Κόμμα. Και είναι χαρακτηριστικό πως έκανε μιά τέτοια αχαρακτήριστη ενέργεια, χωρίς να ρωτήσει κανένα και χωρίς να πει, ύστερα από την επιτυχία του εκβιασμού, τίποτε σε κανένα.

 Η Κ.Ε. Ελέγχου του ΚΚΕ αφού πήρε υπόψη της όλα τα παραπάνω καθώς και τη γενική συμπεριφορά του Γ. Λαμπρινού στους συνεργάτες του, στην υπεύθυνη δουλειά που είχε, συμπεριφορά κακή και αυταρχική, πολλές φορές, που δεν διευκόλυνε τη δουλειά, και αφού εξέτασε και τον ίδιο και έχοντας υπόψη πως ένα μέλος του ΚΚΕ και μάλιστα υπεύθυνο πρέπει να είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στις σχέσεις του, στη συμπεριφορά και στις ενέργειές του, και να εμπνέεται από μια υπερήφανη αδιαλλαξία απέναντι στους εχθρούς του λαού.

 Αποφασίζει:

Διαγράφει το Γ. Μπαστουνόπουλο (Γ. Λαμπρινό) από μέλος του Κ.Κ.Ε, για συμπεριφορά και ενέργειες αντικομματικές και για παραβίαση των κατααστατικών υποχρεώσεων του μέλους του Κ.Κ.Ε, Αθήνα 21 του Νοέμβρη 1945. Η Κεντρική επιτροπή Ελέγχου του Κ.Κ.Ε..

 

Η απαντητική επιστολή του Γ. Λαμπρινού: Εφημ. «Ριζοσπάστης», 16 Δεκεμβρίου 1945

 

«Ένα γράμμα του σ. Γ. Λαμπρινού»

 

Αγαπητέ Ρίζο,

Στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του Κ.Κ.Ε. για τη διαγραφή μου που δημοσιεύτηκε στο φύλλο σου της περασμένης Κυριακλης 9 Δεκέμβρη έχω να απαντήσω τα εξής:

1) Είμαι υποχρεωμένος να διακηρύξω ανοιχτά, όπως το δήλωσα ήδη στο γράμμα μου στην Κ.Ε. πριν από τη διαγραφή μου, ότι στην προσπάθειά μου, πέρσι το Νοέμβρη, για την εξεύρεση οικονομικών πόρων, για τις μεγάλες ανάγκες της διαφώτισης, έπεσα στο βαρύτατο σφάλμα, να καταφύγω στα πλούτη ενός δοσίλογου, χρησιμοποιώντας ως μέσο άλλο δοσίλογο. Η ενέργειά μου αυτή, οφειλόμενη απόλυτα στην πρωτοβουλία μου, ήταν κακή και επιπόλαιη, αφού, πρώτο, δεν είχε ηθική βάση και, δεύτερο, εξέθετε επικίνδυνα το Κόμμα.

2) Τη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου την πολέμησα με όλες μου τις δυνάμεις σαν κομμουνιστής. Φυλακίστηκα, εξορίστηκα, χτίκιασα, όπως χιλιάδες άλλοι αγωνιστές του λαού. Ούτε μπορούσα ποτέ να συμμαχήσω μαζί της. Δέχομαι όμως ότι και η αίτηση σε δημόσια υπηρεσία για να πιάσω δουλειά δεν έπρεπε να γίνει. Ακόμα και σ’αυτό το σημείο θα έπρεπε να κρατήσω ψηλά την επαναστατική μου αδιαλλαξία.

3) Η κομματική μου ευθιξία σε ορισμένες στιγμές δεν στάθηκε ψηλά. Διατήρησα προσωπικές (συγγενικές) σχέσεις με τον τεταρτοαυγουστιανό Κ. Μπαστιά, υποχωρώντας σε προσωπικές του υπηρεσίες σε μένα, ενώ η αδιάλλακτη στάση απέναντι σε κάθε εχθρό του λαού, οποιαδήποτε και να μας συνδέει συγγενική σχέση, θα ’πρεπε να χαρακτηρίζει τις ενέργειες και τη συμπεριφορά μου.

Νομίζω ότι η περίπτωσή μου, ύστερα από την τιμωρία που μου επέβαλλε το Κόμμα, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα φρονηματισμού και κομματικής διαπαιδαγώγησης. Με σ.χ. Γ. Λαμπρινός.

Στα φύλλα του Ριζοσπάστη που ανέφεραν το γεγονός υπάρχει το κείμενο της διαγραφής, το οποίο φέρει την υπογραφή του υπεύθυνου για τη διανόηση, από την πλευρά του Πολιτικού Γραφείου, Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Όπως φαίνεται από το «κατηγορητήριο», οι λόγοι είναι άσχετοι και εμφανώς «πεπαλαιωμένοι».

Στην πραγματικότητα, ο Γιώργης Λαμπρινός ανέλαβε, με εντολή του Κόμματος και μέσω Κωστή Μπαστιά, να φέρει σε επαφή κάποια κομματικά στελέχη με πολιτευτές του Κέντρου. Βρισκόμαστε στο φθινόποωρο του 1945 και η χώρα οδηγείται σε πολιτικό αδιέξοδο, με την καταστρατήγηση, από τη μεριά της Δεξιάς και των Βρεττανών, της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Η αποστολή που ανέλαβε ο Λαμπρινός διέρρευσε, ως μη όφειλε, και για λόγους απόσεισης των ευθυνών το Κόμμα αποφάσισε τη διαγραφή του. Κατόπιν αυτών, το Κόμμα παραδέχτηκε, εμμέσως, ότι επρόκειτο για διαγραφή σκοπιμότητος, γιατί ο Λαμπρινός διατήρησε τις ιδιότητές του στις εφημερίδες «Ριζοσπάστης» και «Ελεύθερη Ελλάδα» και στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», δημοσιεύοντας, για ένα διάστημα περίπου 6 μηνών τα κείμενά του με το ψευδώνυμο «Μιχάλης Λαμπίρης».

Όπως φαίνεται, ωστόσο, από τον «Ριζοσπάστη», το ψευδώνυμο «Μιχάλης Λαμπίρης» δεν διατηρήθηκε πάνω από έξι μήνες, οπότε και επανήλθε το «Γ. Λαμπρινός», παραπέμποντας ίσως σε μια «σιωπηρή» αποκατάσταση, χωρίς συγκεκριμένη κομματική απόφαση. Αυτό αποδεικνύεται από την κριτική του Λαμπρινού, με την υπογραφή του πλέον, στο βιβλίο του Καραγάτση «Ο μεγάλος ύπνος» στις 12 Σεπτεμβρίου 1946.

Η διαγραφή ακολούθησε τον Λαμπρινό τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στις 18 Οκτωβρίου 1947 με επέμβαση της Ασφάλειας Αθηνών κλείνει ο «Ριζοσπάστης». Ο Λαμπρινός συνεχίζει να εργάζεται στον «Ρίζο της Δευτέρας» που συνεχίζει για ένα μικρό χρονικό διάστημα την έκδοσή του μέχρι που αναγκάζεται και αυτός σε κλείσιμο.  

Σε αυτό το κλίμα και φτάνοντας προς το τέλος του 1947, με τη βοήθεια του διευθυντή του Γαλλικού Iνστιτούτου Aθηνών Oκτάβ Mερλιέ, ο πατέρας μου καταφέρνει να αποκτήσει διαβατήριο και αναχωρεί για τη Γαλλία, απ’ όπου με τη μεσολάβηση του συντρόφου και φίλου του Mέμου Mακρή θα μεταβεί στην Πράγα και μετά στο Bελιγράδι. Tελικός προορισμός, τα βουνά της Eλλάδας.

 Αρχικά με εντολή του Κόμματος (Πέτρος Ρούσσσος) μετέβη στο Μπούλκες όπου παρέμεινε μερικούς μήνες. Εκεί ανέλαβε την αρχισυνταξία της «Εφημερίδα του Μπούλκες», έχοντας ωστόσο ως κομματικό υπεύθυνο (λογοκριτή) τον «Περικλή» – Γιώργο Χουλιάρα, στενό συνεργάτη του Άρη Βελουχιώτη. Εκτός από την αρχισυνταξία της εφημερίδας, ο Λαμπρινός έδινε διαλέξεις μορφωτικού χαρακτήρα με θέματα όπως: «Γληνός – Δελμούζος – Τριανταφυλλίδης, θεμελιωτές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην Ελλάδα» και «Οι πρώτοι Έλληνες Σοσιαλιστές».

Aπό το κομματικό εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», που πιθανόν βρισκόταν στο  Μπούλκες, θα κυκλοφορήσει, το 1949, το τελευταίο του πόνημα με τίτλο «Mακρονήσι – το αμερικανικό Nταχάου στην Eλλάδα», όπου με συλλογή μαρτυριών από φαντάρους που βρέθηκαν στο Mακρονήσι και μετά προσχώρησαν στο Δημοκρατικό Στρατό, στη διάρκεια των επιχειρήσεων, καταγγέλλει την εξόντωση των αριστερών στρατιωτών, που έγινε στη Mακρόνησο το 1948. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα αγγλικά, διανεμήθηκε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ, όπου έχει εντοπισθεί στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, στην Ουάσινγκτον.

Μετά το Μπούλκες μετέβη στα βουνά της βόρειας Ελλάδας, στην  έδρα του δημοκρατικού Στρατού, όπου βοηθούσε στην εκδοτική δραστηριότητα και στη διαφώτιση, μέχρι που με πρόταση του Καραγιώργη ακολούθησε το Κλιμάκιο του Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας (ΚΓΑΝΕ). Πήρε μέρος στη μάχη της Καρδίτσας και μετά στην οληγοήμερη κατάληψη του Καρπενησίου (20 Ιανουαρίου 1949). Στην υποχώρηση του Κλιμακίου προς τη Βόρειο Ελλάδα, ο Λαμπρινός, πάντα με το Κλιμάκιο (ΚΓΑΝΕ) δεν άντεξε και οι Κολιγιάννης, Ζωγράφος αποφάσισαν να το αφήσουν σε μία κρυψώνα («λούφα») με την τυπόσχεση ότι θα στείλουν ένα τμήμα ανταρτών να τον μεταφέριε και προς το βορρά και το Αρχηγείο τουΔ.Σ. Το τμήμα των ανταρτών δεν εστάλη ποτέ και ο Λαμπρινός συνελήφθη από τον κυβερνητικό στρατό τον Ιούνιο και σύμφωνα με τη μαρτυρία του έφεδρου αξιωματικού, ο οποίος ως επικεφαλής του αποσπάσματος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων τον συνέλαβε, κάτι που αναγράφηκε και σε κάποιες αθηναϊκές εφημερίδες («Ακρόπολις»). Τις επόμενες δύο μέρες  παρέμεινε μαζί με άλλους οκτώ αιχμαλώτους στα στρατόπεδο που βρισκόταν στα Τζουμέρκα, ανάμεσα στα χωριάά Άγναντα και Πράμαντα και το επόμενο πρωΐ όλοι μαζί (9 άτομα μαζί και δύο γυναίκες) οδηγήθηκαν σε άγνωστο μέρος και εκτελέστηκαν. Ο Λαμπρινός ήταν τότε 40 χρονών.

 

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

 

Την ίδια χρονιά (1945) εκδίδει και τη μελέτη του «Η μοναρχία στην Ελλάδα», στο πλαίσιο των προσπαθειών που καταβάλλουν οι βρεττανοί, με τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό και τις διάφορες κυβερνήσεις, να επαναφέρουν τον Γεώργιο Β΄ που ζει στο Λονδίνο.

 

Φώτος Λαμπρινός
Σκηνοθέτης

 

 

 

Ο Γιάννης Σκαρίμπας και η αλήθεια του 1821

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984) γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας και πέθανε στην Χαλκίδα, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συγγραφέας και λογοτέχνης, με πλούσιο και πολύπλευρο έργο, με ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και κείμενα επικαιρότητας, παρέμεινε, ωστόσο, ιδιόρρυθμος, εριστικός, με οξύ ύφος και ανατρεπτικό χιούμορ. Οι παρεμβάσεις του, συχνά, δεν τον καθιστούσαν συμπαθή στη λογοτεχνική κοινότητα και στους θεσμικούς χώρους των γραμμάτων και των τεχνών. Κατάφερε να μην τον συμπεριλάβει, σαν λογοτέχνη, ούτε ο Κ. Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του. Όπως γράφει ο ίδιος “ο Δημαράς στο επίμετρο του βιβλίου του κάνει λόγο για συγγραφείς που παρουσιάστηκαν γύρω στο 1930 και η μεταβατική αυτή εποχή σταματά γύρω στα 1940. Απουσιάζω λοιπόν σε αυτή την μεταβατική εποχή που εξέδωκα τα πιότερα από τα έως σήμερα εκδεδομένα βιβλία μου. Το Καυμοί στο Γριπονήσι, 1930, διηγήματα. Το Θείο τραγί, 1932, διηγήματα. Το Μαριάμπας, 1935, μυθιστόρημα. Το Ουλαλούμ, 1936, ποιήματα. Το Σόλο του Φίγκαρο, 1938, μυθιστόρημα.”

Για μία λογοτεχνική, ανθρωπολογική και βιωματική αποτίμηση του έργου του Γ. Σκαρίμπα πρέπει να ανατρέξουμε στο βιβλίο του εξαίρετου θεσσαλονικιού λογοτέχνη Τόλη Καζαντζή: <<Μια μέρα με τον Σκαρίμπα>>, Αθήνα, 1985. Εκεί ο Σκαρίμπας αυτοπαρουσιάζεται, αυτοχλευάζεται, και εκθέτει την ιδιότυπη φιλοσοφία του για τη ζωή, την λογοτεχνική και ποιητική δημιουργία, την κοινωνία και τις κοινωνικές σχέσεις, τον Καραγκιόζη (υπήρξε και καραγκιοζοπαίχτης) αλλά και τον νεοέλληνα “αυτό το τόσο εύκολο προϊόν προς αγορά και πώληση στα χέρια των επιτηδείων”. Η γλώσσα του Σκαρίμπα είναι λαϊκή με στοιχεία ντοπιολαλιάς, αρχαϊζουσας και καθαρεύουσας, ξένες λέξεις, κυρίως γαλλικές, που τις εννοιολογεί με τον δικό του τρόπο, ενώ η γλωσσοπλαστική του δεινότητα δεν γνωρίζει όρια. Ο ίδιος εμφανίζεται χαοτικός, ανατρεπτικός, σουρεαλιστής, επικριτής κάθε ασχήμιας, αδικίας, και χυδαιότητας. Χλευάζει το κατεστημένο ενώ ταυτόχρονα είναι τρυφερός και αποτίει φόρο τιμής στους πραγματικούς λαϊκούς ανθρώπους, τους αγράμματους, τους πεινασμένους, τους απόκληρους και τους αδικημένους. Είναι “ένας άνθρωπος καμωμένος από χάχανα και οι ιδέες του ένα συλλαλητήριο πουλιών”. Νομίζω ότι ο Καζαντζής μας προσφέρει ένα ερμηνευτικό κλειδί για την προσέγγιση του συνολικού έργου του Σκαρίμπα. Το 1821 και η Αλήθεια με υπότιτλο Ιστορία ολοκληρώθηκε σε τρείς τόμους.

Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1971 κατά την διάρκεια της Απριλιανής δικτατορίας και αποτελεί ένα φόρο τιμής για τα, τότε, εκατοπενηντάχρονα της επανάστασης του 1821. Κατά την γνώμη μου αποτελεί μια ρηξικέλευθη, θαρραλέα και ευθεία επίθεση στο τρίπτυχο “Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια>> και στο εθνικιστικό και μισαλλόδοξο ιδεολόγημα της δικτατορίας για την παραχάραξη της ιστορίας του 1821. Ο Σκαρίμπας παρουσιάζει την άποψη του για την ελληνική επανάσταση η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί στο εξής: η επανάσταση του 1821 ήταν ταυτόχρονα κοινωνική και εθνική Με τα λόγια του ίδιου του Σκαρίμπα <<το 21′ δεν ήταν όμοιο με καμία επανάσταση του κόσμου. Το 21′ ήταν μια Εθνικό-Κοινωνική επανάσταση, η πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας… (~462) Μπορεί ένας λαός να νοείται λεύτερος με μόνο την εθνική ανεξαρτησία του; Η άλωση της Βαστίλης λέει όχι… Μόνη ανεξαρτησία χωρίς την κοινωνική καταξίωσης της είναι φύλλο της συκής με τον οποίον η Εύα έκρυβε το πράμα της… Ώστε χωρίς τον εξολοθρεμό των κοτζαμπάσηδων και των αποσχηματισμό των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω από τα όρια… και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του: ήταν το τι Γιάννης τι Γιαννάκης. Και ώστε, μια μόνον Εθνική επανάσταση χωρίς την κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια φαινομενοφάνεια που μόνο αναγκαζόμενο το κατεστημένο την επιτρέπει; Έτσι είναι… Τι θα έχαναν;. Και η ανεξαρτησία δική τους θάταν…”

Ο ίδιος ο Σκαρίμπας ισχυρίζεται ότι δεν γράφει ιστορία κατά τα πρότυπα των επισήμων και καταξιωμένων ιστορικών στους οποίους ασκεί δριμεία κριτική. Νομίζω ότι ο Σκαρίμπας γράφει ένα λίβελο επιστρέφοντας στη πρωταρχική επαναστατική έκφραση αυτής της μορφής. Με αυτή την έννοια η προβληματική του δεν μπορεί να απουσιάζει από μια νέα αποτίμηση του 21′ στους σημερινούς καιρούς.

Γεώργιος Νικολακάκης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

Στάθης Δαμιανάκος: εξαίρετος επιστήμονας, ταπεινός άνθρωπος

Ο Στάθης Δαμιανάκος  γεννήθηκε το 1938 στην Αθήνα. Με τον πατέρα στην αντίσταση και μετά στην εξορία, έζησε δύσκολα νεανικά χρόνια, που διαμόρφωσαν νωρίς την προσωπικότητά του, σε έναν, κοινωνικά και πολιτικά, ενεργό ιδεολόγο. Αποφοιτά από το 2ο Γυμνάσιο της πλατείας Βικτωρίας όπου σφυρηλατεί γερές φιλίες για τις οποίες μιλούσε πάντα με νοσταλγία. Εισέρχεται στην Πάντειο και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες παίρνοντας το πτυχίο του το 1962. Στη διάρκεια των σπουδών του γνωρίζεται με τον H. Mendras, γεγονός που καθόρισε τη συνέχεια των σπουδών του και την επαγγελματική του πορεία.

Το 1957 φτάνει στην Ελλάδα με αποστολή της UNESCO ο H. Mendras, ως εμπειρογνώμων στις κοινωνικές επιστήμες, και πραγματοποιεί μια σειρά διαλέξεων στα πανεπιστήμια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στην Πάντειο εντυπωσιάζεται από τις παρεμβάσεις και το λόγο ενός νεαρού φοιτητή, του Στάθη Δαμιανάκου, με τον οποίο και γνωρίζεται.

Το 1958 ο H. Mendras ξεκινά στην Ήπειρο το ερευνητικό πρόγραμμα για τα «Έξι χωριά της Ηπείρου», με τη χρηματοδότηση του Προγράμματος Ανάπτυξης της Ηπείρου του ΟΟΣΑ, και ζητά από τον Στάθη Δαμιανάκο να συμμετάσχει. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος ανακαλύπτει τη γοητεία και την αξία της επιτόπιας έρευνας.

Η συνεργασία του με τον Mendras αποτέλεσε τη βάση για την πρώτη κοινωνιολογική διερεύνηση της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας, που εμφανίζεται στη γαλλική βιβλιογραφία. Η έρευνα των έξι χωριών της Ηπείρου δημοσιεύθηκε (Mendras, H., Six villages d’ Epire, Unesco, Rapports de Missions, 11) και αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντική αναφορά για τους κοινωνικούς επιστήμονες.

Τόσο η Ήπειρος, όσο και η επιτόπια-εμπειρική έρευνα θα αποτελέσουν έκτοτε τις μεγάλες του αγάπες, στις οποίες με τον ίδιο ενθουσιασμό επιστρέφει ξανά και ξανά.

Μετά τη λήξη της συνεργασίας, με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης, αναχωρεί το 1963 για το Παρίσι, όπου πραγματοποιεί σπουδές στη Νομική Σχολή υπό τη διεύθυνση του Μ. Duverger και παρακολουθεί παράλληλα μαθήματα στην Ecole Pratique des Hautes Etudes αποκτώντας τους μεταπτυχιακούς τίτλους DES από τη Νομική Σχολή και DEA στην Κοινωνιολογία από την Ecole Pratique. Εργάζεται παράλληλα ως συμβασιούχος στο CNRS, και το 1973 γίνεται ερευνητής δουλεύοντας πάντα με τον H. Mendras, ο οποίος διευθύνει την ομάδα αγροτικής κοινωνιολογίας του CNRS. Γίνεται ο  ειδικός της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας και είναι περιζήτητος στο CNRS, στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και στο πανεπιστήμιο.

Ο Σ. Δαμιανάκος ωρίμασε ως επιστήμονας στις χρυσές, για την εξέλιξη της κοινωνικής θεωρίας στη δυτική Ευρώπη, δεκαετίες του 1960 και 1970. Οι ριζοσπαστικές θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις των κοινωνικών επιστημών τροφοδότησαν τη σκέψη του και στήριξαν την ερευνητική του προσπάθεια στρέφοντας την προσοχή του στην αναζήτηση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής περίπτωσης.

Η πτώση της δικτατορίας, του επιτρέπει τις επισκέψεις στην Ελλάδα και ξεκινά την εκδοτική και ερευνητική του δραστηριότητα στην πατρίδα. Το 1976 δημοσιεύει την «Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου» και οργανώνει τις αγροτικές έρευνες στη Βεργίνα. Το 1987 επιμελείται τον συλλογικό τόμο του ΕΚΚΕ «Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα», όπου συγκεντρώνονται πολλές από τις ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιούνται κυρίως από Γάλλους αλλά και Έλληνες ερευνητές που ζουν στη Γαλλία, και ξεκινά παράλληλα τη συνεργασία του με τις εκδόσεις ‘Πλέθρον’.

Εκδίδει πρώτα το «Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός» το 1987 και στη συνέχεια αναλαμβάνει την επιμέλεια της σειράς ‘Λαϊκός πολιτισμός – Τοπικές κοινωνίες’ στην οποία εκδίδονται 8 βιβλία μέχρι τον θάνατό του το 2003. Μεταξύ αυτών, το 1993 το «Θέατρο σκιών: Παράδοση και νεωτερικότητα», το 1997 το «Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου» και το «Ήθος και πολιτισμός των επικίνδυνων τάξεων στην Ελλάδα», μετά το θάνατό του, το 2005.

Παρά τις πολλές δραστηριότητές του ο Σ. Δαμιανάκος είχε χρόνο για τους φίλους και τους συνεργάτες του. Φιλόξενος, γενναιόδωρος, ήταν πάντα διαθέσιμος σαν φίλος και σαν δάσκαλος. Ανθρώπινος, ειλικρινής, τίμιος, υπομονετικός αλλά και επίμονος γι’ αυτά που πίστευε. Αυτά που υποστήριζε, τα υποστήριζε με πάθος. Υποστήριζε τη δική του αλήθεια αλλά άκουγε με μεγάλη προσοχή και σεβασμό και τα επιχειρήματα των άλλων. Για πολλούς, ίσως, υπήρξε άνθρωπος δύσκαμπτος, όχι όμως άκαμπτος. Η δυσκαμψία του ήταν και μια μορφή προσωπικής αντίστασης, προϊόν των κοινωνικών και πολιτικών του εμπειριών, της ίδιας της προσωπικότητας που είχε διαμορφώσει μέσα στα χρόνια. Αντίσταση στην κοινωνική αδικία, στη φτώχεια και στις κοινωνικές διακρίσεις, αντίσταση σ’ αυτό που αποκαλούσε πραγματικότητα της καιροσκοπικής ατομοκεντρικής στάσης ζωής.

Η έννοια της αντίστασης είναι κεντρική στο επιστημονικό έργο του Στάθη Δαμιανάκου. Η αντίσταση των αγροτών, των ανυπότακτων κοινωνικών ομάδων, των κλεφτών και αρματολών, του Καραγκιόζη, των ρεμπέτηδων, αποτελεί τον κορμό του έργου του. Πρόκειται, μιλώντας για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αναμφίβολα για μια παράδοση αντίστασης στις διαδικασίες ενσωμάτωσης που επιχειρεί να επιβάλλει η κεντρική εξουσία και ο καπιταλισμός. Η έννοια της αντίστασης διατρέχει τόσο το αγροτολογικό του έργο όσο και αυτό του λαϊκού πολιτισμού. Υπό μία έννοια, η έννοια της αντίστασης αποτελεί το συνδετικό ιστό, το διαβατήριο για το πέρασμα από τον ένα στον άλλο θεματικό άξονα του έργου του.

Με μεθοδολογικό εργαλείο τη μονογραφική προσέγγιση, μέσα από τη μελέτη αγροτικών κοινοτήτων και περιοχών, παρακολουθεί τις μορφές και την οργάνωση της αγροτικής εργασίας, το μετασχηματισμό της οικογενειακής εκμετάλλευσης στη σύνδεσή της με την οικονομία της αγοράς, την πολιτική συμπεριφορά των αγροτών και την πελατειακή διαμεσολάβηση στη σχέση των τοπικών κοινωνιών με τη κεντρική εξουσία.

Η ελληνική γεωργία, για τον Δαμιανάκο, διαφέρει αισθητά από το δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο λόγω της ιδιαιτερότητας του εθνικού καπιταλισμού, εντός του οποίου αναπτύχθηκε ως τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και ως οικονομική-κοινωνική πραγματικότητα. Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής γεωργίας αποτελούν προϊόν των δεσμών που διαμορφώνουν οι τοπικές κοινωνίες με τις «έξωθεν» εξουσίες.

Η μεγάλη γεωγραφική κινητικότητα του έλληνα χωρικού, η παράδοση κοινοτικής αυτονομίας, η σύγχυση των ορίων αστικού-αγροτικού χώρου, και η συνακόλουθη υπέρβαση των κοινωνικών στεγανών, καθώς και η ημι-περιφερειακή θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καπιταλισμό, είναι μερικά από τα αίτια συγκρότησης αυτών των ιδιαιτεροτήτων για τον ΣΔ.

Το έργο του για τον λαϊκό πολιτισμό θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι περισσότερο γνωστό από αυτό για τον αγροτικό χώρο.

Εδώ, το πέρασμα από την παράδοση στη νεωτερικότητα, από την παραδοσιακή κοινωνία στο έθνος-κράτος, διερευνώνται μέσα από τη συγκρότηση εκείνων των παρακοινωνιακών ομάδων (όπως οι κλέφτες, οι ληστές, οι ρεμπέτες, οι καραγκιοζοπαίχτες) που προβάλλουν αντίσταση στις προσπάθειες ενσωμάτωσής τους στην κυρίαρχη κεντρική εξουσία και στην αναγνωρισμένη νομιμότητα.

Έτσι, η έκδοση της «Κοινωνιολογίας του ρεμπέτικου», το 1976, τάραξε τα νερά και συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός διαλόγου για την ιστορική και κοινωνική συγκρότηση του ρεμπέτικου τραγουδιού αλλά και το θεματολογικό και μορφολογικό περιεχόμενο των ίδιων των ρεμπέτικων τραγουδιών. Η έκδοση του βιβλίου «Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός» το 1987, αποτελείται από κείμενα κινούμενα από τη θεωρητική συγκρότηση της έννοιας ‘λαϊκός πολιτισμός’, έως το ιστορικό φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας και τις πολιτισμικές εκφράσεις του ρεμπέτικου τραγουδιού και του θεάτρου σκιών.

Ο Στάθης Δαμιανάκος υπήρξε ένας λιτός, ασκητικός, στην καθημερινή του ζωή άνθρωπος, αφιερωμένος στις έρευνές του και στα βιβλία του. Ένας ακούραστος, σχολαστικός ερευνητής, ένας εραστής της επιτόπιας έρευνας, ένας εξαίρετος αλλά και αυστηρός στις κρίσεις του δάσκαλος. Ένας έντιμος, ταπεινός άνθρωπος και επιστήμονας που άφησε ως παρακαταθήκη, όχι μόνο το πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο αλλά, κυρίως, το, σπάνιο στις μέρες μας, ήθος του.

Χαράλαμπος Κασίμης

Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί σύνοψη του βιογραφικού, αλλά κυρίως του επιστημονικού μέρους, του άρθρου μου «Στάθης Δαμιανάκος: βίος, έργο, ήθος» στον συλλογικό τόμο «Αγροτικότητα, κοινωνία και χώρος», Εισ-Επιμ, Ε. Ζακοπούλου, Χ. Κασίμης, Λ. Λουλούδης, Πλέθρον, 2008

Scientific Committee

  • Dr. Nikolakakis Georgios, University of Crete
  • Dr. Thanasis Giouras, University of Crete
  • Dr. Pandelis Kyprianos, University of Patras
  • Dr. Argiris Archakis, University of Patras
  • Dr. Ηaris Naxakis, University of Ioannina
  • Dr. Dimitris Stamatopoulos, University of Macedonia
  • Dr. Nikolas Kosmatopoulos, American University of Beirut
  • Dr. Nikolaos Papadatos, Moscow State University
  • Dr. Jannis Leventidis, National and kapodistrian university of Athens
  • Dr. Anne Karakatsouli, National and kapodistrian university of Athens
  • Dr. Vasilis Nitsiakos, University of Ioannina
  • Dr. Dimitrios Kousouris, University of Vienna
  • Dr. Dimitrios Tsarapatsanis, University of York
  • Dr. Marinos Sariyannis, Institute for Mediterranean Studies
  • Dr. Şükrü Ilıcak, Harvard University
  • Dr. Konstantinos Kalimeris, Academy of Athens
  • Dr. Gianna Stergiou, Ionian University
  • Dr. Sotiris Lycourghiotis, University of Peloponnese
  • Dr. Alexandros Kioupkiolis, Aristotle University of Thessaloniki
  • Dr. Kleoniki Alexopoulou, New University of Lisbon
  • Dr. Elektra Kostopoulou, Rutgers State University New Jersey
  • Dr. Cynthia Malakasis, Social Anthropologist
  • Giorgos Lieros, author
  • Nefeli – Myrto Pandiri, Political scientist and author
  • Polizois Plastrakis, historian and social anthropologist
  • Eliana Karaveli, Doctor of Sociology
  • Yavor Tarinski, author and researcher
  • Giorgos Pertsas, author and researcher
  • Jason Koutoufaris-Malandrinos, researcher University of Athens
  • Vasilis Georgakakis, historian
  • Dr. Alexandros Schismenos, Aristotle University of Thessaloniki
  • Dr. Marios Hatzopoulos, Hellenic Open University, Panteion University

Επιστημονική επιτροπή

  • Γεώργιος Νικολακάκης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  • Θανάσης Γκιούρας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  • Παντελής Κυπριανός, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Αργύρης Αρχάκης, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Xάρης Ναξάκης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  • Δημήτρης Σταματόπουλος, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
  • Νικόλας Κοσματόπουλος, Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο Βηρυτού
  • Νίκος Παπαδάτος, Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας
  • Ιωάννης Λεβεντίδης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Άννα Καρακατσούλη, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Βασίλης Νιτσιάκος, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  • Δημήτρης Κουσουρής, Πανεπιστήμιο Βιέννης
  • Δημήτρης Τσαραπατσάνης, Πανεπιστήμιο του Γιόρκ
  • Μαρίνος Σαρηγιάννης, Iνστιτούτο Mεσογειακών Σπουδών
  • Şükrü Ilıcak, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
  • Κώστας Καλημέρης, Ακαδημία Αθηνών
  • Γιάννα Στεργίου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
  • Σωτήρης Λυκουργιώτης, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
  • Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
  • Κλεονίκη Αλεξοπούλου, Νέο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας
  • Ηλέκτρα Κοστοπούλου, Πολιτειακό πανεπιστήμιο του Νιου Τζέρσεϊ
  • Σύνθια Μαλακάση, Κοινωνική Ανθρωπολόγος
  • Γιώργος Λιερός, Συγγραφέας
  • Νεφέλη – Μυρτώ Πανδίρη, Πολιτικός επιστήμονας
  • Πολυζώης Πλαστράκης, Ιστορικός – Κοινωνικός Ανθρωπολόγος
  • Ελιάνα Καναβέλη, Δρ. Κοινωνιολογίας
  • Γιάβορ Ταρίνσκυ, Συγγραφέας ερευνητής
  • Γιώργος Περτσάς, Συγγραφέας ερευνητής
  • Ιάσων Κουτούφαρης-Μαλανδρίνος, ερευνητής Πανεπιστημίου Αθηνών
  • Βασίλης Γεωργάκης, Ιστορικός
  • Αλέξανδρος Σχισμένος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
  • Μάριος Χατζόπουλος, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Call for Papers

The Greek revolution of 1821 constitutes a turning point in the history of revolutions. It is the first breach in the counter-revolutionary front shaped by Napoleon’s defeat at Waterloo and the domination of the Holly Alliance. This breach, which widened a few years later in 1848 with the revolutionary wave of the “springtime of the People”, became the driver of multiple ethnogeneses in Eastern Mediterranean, during which several national ideologies and state institutions were formed.  On the basis of the new capitalist social relations, but also drawing on precapitalist ethnic references – many of which went far back in time – several ethnic, linguistic, cultural, geographic and class fragments coalesced to form this new reality.

Today, an assessment on the role of the 1821 revolution and the historical path of the Greek state is more necessary than ever. On the occasion of the 200 years since 1821, several conferences and events have already been announced. These are dominated by liberal, cosmopolitan and nationalistic approaches which, despite their fundamental differences, constitute ideologies apologetic of contemporary political objectives, with emphasis on Europeanism and/or nationalism. On the other hand, there is a glaring absence of critical approaches which focus on the subjects of the revolution: the common people and their culture, struggles, aims, expectations and unrealized visions.

Of course, we harbor no illusions. We are aware of the fact that each reading of history is first and foremost bound to the present, and the theoretical and ideological predispositions of each scholar. We do not believe that history can be formulated in “scientifically objective” terms, since even a critically aware approach presupposes a priori values which restrict the scope of the historical gaze. We choose not to talk about the revolution, but about the plural of “revolutions”, in order to emphasize the manifold, different, but also contradictory truths of 1821.

Our goal is to bring out those perspectives that have been systematically ignored by official historiography. We want to focus on the people’s history of the revolution; the aspirations of the oppressed and of the minorities; the ethnic and linguistic heterogeneities which constituted the raw materials of the revolution; the worldview of social banditry and the armed margins of society; the popular culture and its understanding by foreign travelers; the internationalist solidarity; the class struggles within the revolution; the central government structures and their struggle with local, pre-revolutionary institutions of self-government; the unfulfilled revolutionary visions; the institutional and constitutional innovations; and the revolutionary fables that were born out of 1821.

We want to comprehend the revolution by placing it in the context of its time, the specific sociopolitical landscape of the Ottoman domain, the revolutionary experiences of the neighboring people of the Balkans, Asia Minor and the Mediterranean Sea. Outside one-dimensional perspectives, we seek to simultaneously analyze the institutions of the old regimes, the new emerging nationalisms, as well as the advance of Western colonialism.

In a time dominated by nationalist revival on one side, and by historical revisionism on the other, a time which disparages revolutions, questioning the right of rebellion, a multifaceted, critical approach is more urgent than ever. We need a perspective which will combine historical, sociological, linguistic, geographical, economical, constitutional, philosophical and other elements, in order to synthesize, in a kaleidoscopic manner, the multiple truths of 1821, the multiple truths of the revolutionaries themselves.

Guide for authors

  • Abstracts of papers for oral presentation should be approximately 500 words in length. It should also include: a) Title b) Author/s name/s c) Affiliations d) keywords
  • The deadline to submit abstracts is 31st March, 2021
  • Notification of acceptance: 31st May, 2021
  • To submit your abstract please send an email to: info@congress1821.gr

The languages of the conference are Greek and English