Η συνέντευξη δόθηκε στον Τάσο Τσακίρογλου στις 9.12.2021 και μπορείτε να την βρείτε εδώ

-Φέτος η Ελλάδα γιόρτασε την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, η οποία ξέσπασε σε μια εποχή αντεπαναστατική. Τι σηματοδοτούσε κατά την άποψή σας αυτή η επανάσταση;

Η ανεξαρτησία της Ελλάδας τον 19ο αιώνα είναι εξέχουσας σημασίας όχι μόνο για τα Βαλκάνια και την Τουρκία αλλά για την παγκόσμια ιστορία γενικά. Ο αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία βρέθηκε στην πρωτοπορία των αγώνων στις κοινωνίες της Δύσης για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, εκλογικά δικαιώματα, και για τη θέσπιση δημοκρατικών θεσμών όπως τα συντάγματα. Η νεώτερη Δύση, έχοντας αναγνωρίσει τις πολιτισμικές, φιλοσοφικές και πολιτικές ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα, στήριξε το κίνημα των Ελλήνων· οι διανοούμενοι της Δύσης για ρομαντικούς λόγους και τα δυτικά κράτη για στρατηγικούς λόγους. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι αν και η Δύση στήριξε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το νέο ελληνικό κράτος στη συνέχεια υποτάχθηκε σε ένα καθεστώς εξάρτησης από τη Δύση.

Η Δύση αποθέωσε μεν την αρχαία ελληνική τέχνη, τον πολιτισμό, τη φιλοσοφία και τους δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς, χρησιμοποιώντας ως υπόδειγμα στην νεοκλασική αρχιτεκτονική της την αρχαία Ελλάδα, αλλά υποβίβασε τον αγώνα των νεώτερων Ελλήνων για δημοκρατία, κοινοβούλιο και σύνταγμα. Κι ενώ η Ελλάδα αγωνίζεται να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός ανεξάρτητου κράτους, η Δύση αισθάνεται αμηχανία κι ανησυχεί! Γαλλία, Βέλγιο και Ρωσία π.χ. μη έχοντας ανάλογα δημοκρατικά κινήματα αλλά τουναντίον αυταρχικότατες κυβερνήσεις τρέμουν στην ιδέα μιας πιθανής μεταφοράς τέτοιων επικίνδυνων τάσεων και ιδεών. Έτσι η Ρωσία από τη μια πλευρά στηρίζει την Ελληνική Επανάσταση από την άλλη δεν διστάζει το 1825 να καταπνίξει με βία κι αίμα την εξέγερση των Δεκεμβριστών που ξεσπάει στα δικά της εδάφη.

Παρόμοια συμπεριφέρεται και η Γαλλία. Στηρίζει μεν τον αγώνα της Ελλάδας για ανεξαρτησία, σκοτώνει δε και καταπνίγει στο αίμα τον Ιούλη του 1830 τους δικούς της επαναστάτες. Παράλληλα, οι δυτικές χώρες αρχίζουν να προσπαθούν για την αποστολή ενός δικού τους βασιλιά προς την Ελλάδα.

Παρόλα αυτά, στην Ελλάδα, αν και η δημοκρατική παράδοση κατεστάλη, επανήλθε εκ νέου και πέτυχε το 1843 σύνταγμα και την επαναφορά του κοινοβουλίου. Παρατηρούμε ιδιαίτερα τη Δύση να υποτιμάει την Ανατολή, τη Ρώμη να υποτιμάει το Βυζάντιο και τους Σελτζούκους, τους Καθολικούς να υποτιμούν τους Ορθόδοξους και το Ισλάμ, τη Δυση να αντιμετωπίζει με υπεροψία τους Έλληνες, αλλά και τους Οθωμανούς και τους Τούρκους.

Ο βυζαντινός πολιτισμός, η βυζαντινή τέχνη, η πολιτική σκέψη, όλα υποτιμούνται γενικά. Τέλος, βλέπουμε τη Δύση τον 19ο αιώνα να προσπαθεί να αποδυναμώσει και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι αποφασίζει να στηρίξει την Ελληνική Επανάσταση, αλλά παράλληλα να εμποδίσει σθεναρά και να αποτρέψει κάθε πνοή δημοκρατικού κινήματος εντός της Ελλάδας.

 

-Στην επίσημη εθνική αφήγηση πρωταγωνιστές είναι ορισμένες “εξέχουσες προσωπικότητες” της επανάστασης, αλλά ελάχιστος λόγος γίνεται για το λαϊκό στοιχείο, τα οράματα και τις προσδοκίες του, όπως συμβαίνει συχνά σε ανάλογες περιπτώσεις. Είναι γνωστό το κλισέ ότι “την ιστορία την γράφουν οι νικητές”. Υπάρχουν σήμερα οι όροι για μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις προϋποθέσεις και τους “ταπεινούς” πρωταγωνιστές της επανάστασης;

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ονομάζεται στα τουρκικά είτε ως «στάση» (“Ihtilal”) είτε ως επανάσταση (“Devrim”). Οι Έλληνες ιστορικοί αναφέρονται άλλοτε σε μια «εθνική» κι άλλοτε σε μια «κοινωνική» επανάσταση, και στη συνέχεια σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς προστέθηκε και ο «Πόλεμος της Ανεξαρτησίας». Οι διαφορετικές ορολογίες απορρέουν από τη διαφορετική εποχή στην οποία αναπτύσσονται ή στην εκάστοτε εξουσία και τον τρόπο που αυτή η ίδια βλέπει το παρελθόν. Σήμερα φαίνεται ορθότερο να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «[επανά]σταση» (“Ihtilal”).

Εμείς, ως Ίδρυμα Ιστορίας (Tarih Vakfı) δημοσιεύσαμε φέτος αφιέρωμα στο 1821 με τον τίτλο “200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση” στο περιοδικό μας “Toplumsal Tarih”. Ειδικά στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μετά, η ιστορία αρχίζει να αλλάζει. Δεν έχουμε πια Μοναρχίες, Αυτοκρατορίες και Σουλτανάτα. Έρχεται πλέον η ώρα της ιστορίας των λαών. Έτσι στη θέση των μεγάλων αρχηγών και του “ιερού κράτους” έχουμε μια νέα εναλλακτική που ονομάζεται “Κοινωνική Ιστορία”. Στη θέση των επιφανών προσωπικοτήτων επώνυμων ηρώων κερδίζει ολοένα χώρο η θέση των απλών ανθρώπων του λαού. Στη θέση των ανδρών εμφανίζονται και γυναίκες ενώ αντί για κράτη αρχίζουμε να μιλάμε πλέον για λαούς. Στη θέση των επώνυμων ηρώων εμφανίζονται ανώνυμοι-αφανείς ήρωες και αναδεικνύονται ως σημαντικοί. Και ακριβώς σ’ αυτό το χρονικό σημείο κερδίζει το ενδιαφέρον μας η ζωή των συνηθισμένων ανθρώπων, οι συνήθειες τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, η κουλτούρα των ανθρώπων των λαών.

Πριν 100 χρόνια ο Έλληνας ιστορικός Γιάννης Κορδάτος επιχειρεί ήδη το 1924 μια άλλη ιστορική αφήγηση του 1821 από μαρξιστική σκοπιά. Η ιστορία σίγουρα δεν γράφεται μόνο από τους νικητές αλλά και από την εξουσία των εκάστοτε κυβερνώντων που προβάλει για ευνόητους λόγους τα δικά της επιχειρήματα.Ταυτόχρονα κάθε εποχή έχει τη δική της αφήγηση και τη δική της ανάγνωση ανάλογα με τις συνθήκες.

Παραδείγματα: Σε περιόδους ανόδου του φεμινιστικού κινήματος δίνεται προτεραιότητα στην ιστορία των γυναικών, ενώ σε περίοδο ανόδου του περιβαλλοντικού κινήματος έχουμε περισσότερες περιβαλλοντικές ιστορίες. Η Ελληνική Επανάσταση ήταν η πρώτη εξέγερση με εθνική ταυτότητα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που οδήγησε σε ένα εθνικό κράτος. Αν οι Οθωμανοί κυβερνώντες μπορούσαν να ερμηνεύσουν σωστά τον χαρακτήρα της Ελληνικής Επανάστασης, αν μπορούσαν να διακρίνουν τη σπουδαιότητα αυτής της πολιτικής αλλαγής, τότε θα ήταν σε θέση να προωθήσουν νωρίτερα την ανανέωση της σχέσης κράτους-κοινωνίας, την ισότητα και τη δημοκρατία. Οι συνέπειες αυτής της αδυναμίας οδήγησαν στο τραύμα κι αργότερα στην εποχή των Μεταρρυθμίσεων (Διατάγματα “Τανζιμάτ” και “Ισλαχάτ”).

 

-Με αφορμή την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους οικοδομήθηκαν διάφοροι εθνικοί μύθοι, οι οποίοι – παρότι εξασθένισαν με το πέρασμα των χρόνων – στήριξαν τον ελληνικό εθνικισμό, ορίζοντας σαν διαχρονικό “εχθρό” τον Τούρκο. Ποια μορφή πήρε στην Τουρκία η καταγραφή αυτού του “συμβάντος”;

Στα Σκόπια της Βόρειας Μακεδονίας άκουσα από Αλβανούς στα αλβανικά ένα ρητό που λέει: “Είμαι Αλβανός αλλά ορκίζομαι στον Θεό ότι είμαι Τούρκος”. Αυτό το ρητό κατ’ εμέ σηματοδοτεί ουσιαστικά το θέμα ταυτότητας στα Βαλκάνια.Το να ορκίζομαι στον Θεό ότι είμαι Τούρκος δεν έχει εδώ εθνικό πρόσημο, έχει να κάνει με τη θρησκευτική ταυτότητα του μουσουλμάνου. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, με άλλα λόγια να πούμε ότι “Τούρκος” και “μουσουλμάνος” είναι λέξεις ταυτόσημες.

Αρχικά ο χαρακτηρισμός Τούρκος χρησιμοποιήθηκε πιο πολύ στη Βοσνία, αλλά αργότερα εξαπλώθηκε ευρέως σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η εθνική ταυτότητα των Βοσνίων εξαιτίας της συνωνυμίας τούρκος=μουσουλμάνος είναι ένα και το αυτό με τη θρησκευτική τους ταυτότητα. Για ένα χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσαν Αυστριακοί και Ουγγαρέζοι τις λέξεις: “Muhamedanci”, “Muhamedovci” αργότερα: “Musliman”, “Muslinanski” και “Islamcki”. Όλες αυτές σημαίνουν το ίδιο, δηλαδή “μουσουλμάνος”. Χώρες της Δύσης, ιδιαίτερα η Ιταλία, χρησιμοποιούν σε χάρτες και βιβλία τους τον όρο “τούρκος” αντί “οθωμανός” Το τούρκος σημαίνει εδώ μουσουλμάνος. Γνωρίζουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ως κυρίαρχη ταυτότητα ίσχυε η θρησκευτική. Γι΄ αυτόν τον λόγο συναντάμε τον διαχωρισμό σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους. Η εθνική ταυτότητα προστέθηκε στην θρησκευτική πολύ αργότερα. Έτσι διαμορφώθηκαν οι διαχωριστικές έννοιες: μουσουλμάνος-τουρκος και χριστιανός-rum=ρωμιος.

Οι εθνικιστές και οι φανατικοί θρησκόληπτοι των δύο χωρών δεν φαίνονται να συμπαθούν ο ένας τον άλλο. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι πιο έντονο ως φαινόμενο και πιο επώδυνο στην Ελλάδα. Στην Τουρκία πιστεύω είναι πιο συγκυριακό.

Σε εποχές που οι κοινωνικο-οικονομικές αλλά και οι πολιτικές κρίσεις βαθαίνουν, συγκρούσεις λόγω ταυτότητας δείχνουν να προκαλούνται ευκολότερα.πχ: η ταυτότητα Έλληνας-Ρωμιός ή το Πατριαρχείο, βλέπουμε να χρησιμοποιούνται ως αποδιοπομπαίος τράγος σε τέτοιες καταστάσεις. Αυτό ισχύει και για τις 2 πλευρές. Π.χ στην Τουρκία εκφράσεις όπως: “Vatandaş Türkçe konuş” = Συμπατριώτη! Μίλα τουρκικά!, “Varlik vergisi”= ο ληστρικός φόρος περιουσίας του 1942-43 , “6-7 Εylül olayları” = τα Σεπτεμβριανά, “1964 sűrgűnleri”=οι εξορίες του1964 και “Κibris bariş harekătı”= η ειρηνευτική επιχείρηση στην Κύπρο, είναι μερικά τέτοια παραδείγματα.

 

-Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην Ελληνική Επανάσταση και την εποχή των μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) που ακολούθησε; Επρόκειτο μόνο για έναν εκσυγχρονισμό που επιβλήθηκε από τις κρατικές ελίτ; Πως αντέδρασε ο λαϊκός παράγοντας υπέρ και κατά των μεταρρυθμίσεων; Συνέβαλαν οι τελευταίες στην δημιουργία μιας μορφής κοινωνίας των πολιτών( societe civile) στην αυτοκρατορία;

Η Ελληνική Επανάσταση προκάλεσε μια βαθιά αλλαγή στην Τουρκία. Η σχέση της με τους πληθυσμούς των Ρωμιών της και με το ελληνικό κράτος που αποσχίστηκε από αυτήν ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα πορεία. Οι Μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ) ήταν η απάντηση των πολιτικών ελίτ στην καταπίεση του λαού από τα κάτω. Οι Μεταρρυθμίσεις ερμηνεύθηκαν από τον λαό με το σκεπτικό «δεν επαρκούν, αλλά καλώς». Ο λαός ζητούσε εκδημοκρατισμό.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα η κλασική σχέση «κράτους-κοινωνίας» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύεται, το κράτος αδυνατεί να προσφέρει ασφάλεια στους υπηκόους του, δεν απονέμεται πλέον δικαιοσύνη, αντιθέτως παρατηρούμε ότι η κοινωνία προσπαθεί τότε να αποφύγει τόσο την καταβολή φόρων προς το κράτος όσο και τη στρατολόγηση. Πρόκειται για μια κρίση ζωής και θανάτου. Η ανησυχία μεταξύ των λαών των Βαλκανίων ερμηνεύτηκε αρχικά ως ζήτημα κακοδιοίκησης και ασφάλειας. Αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για τους κλυδωνισμούς της μετάβασης από την φεουδαλική στην καπιταλιστική κοινωνία, από την αγροτική στην βιομηχανική κοινωνία και από την παραδοσιακή στη νεωτερική κοινωνία.

Οι θεμελιώδεις έννοιες αυτής της νέας αποχής ήταν το σύνταγμα, οι εκλογές, το κοινοβούλιο, η πατρίδα, οι πατριώτες, η ισότητα, η ελευθερία και το έθνος. Οι έννοιες αυτές μετέβαλαν και αναδιαμόρφωσαν τη ζωή των ανθρώπων. Η Ελλάδα δημιουργήθηκε ακριβώς σε αυτό το περιβάλλον, με απόσχιση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εντούτοις, οι ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών ήταν τόσο ισχυροί, ώστε οι Ρωμιοί που παρέμειναν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αντιμετώπισαν προβλήματα τότε. Παρά το γεγονός ότι η απόσχιση δημιούργησε ένα ισχυρό τραύμα, οι δύο πλευρές το ξεπέρασαν γοργά.

Και είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον ότι μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας θεσμοθετήθηκαν πολύ σύντομα διπλωματικές σχέσεις. Παρά την απόσχιση, οι Οθωμανοί βλέπουμε ότι ανανεώνουν σύντομα την εμπιστοσύνη τους στους πληθυσμούς και τους γραφειοκράτες των Ρωμιών. Για παράδειγμα, η Ελλάδα εγκαθιδρύει την πρώτη πρεσβεία της στην Κωνσταντινούπολη το 1834, και η Τουρκία τη δική της στην Αθήνα στα 1840, επιλέγοντας ως πρώτο πρέσβη έναν Ρωμιό, τον Κωστάκη Μουσούρο Μπέη. Ο Μουσούρος Πασάς διατέλεσε στη συνέχεια επί τριακονταπενταετία πρέσβης στο Λονδίνο μεταξύ 1851-1885. Και μάλιστα όταν στη δεκαετία του 1860 οι Οθωμανοί έκλεισαν πολλές πρεσβείες τους στο εξωτερικό, αλλά όχι εκείνη της Αθήνας. Παρά τα προβλήματα των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας μεταξύ 1839-1922, μεταξύ των 29 μη μουσουλμάνων διπλωματών οι 11 ήταν Ρωμιοί, και μάλιστα σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης (στο Λονδίνο ο Αντωνόπουλος Πασάς, στην Ουάσιγκτον και στη Χάγη, ο Γιάγκος Αριστάρχης Μπέης στο Βερολίνο, ο Γιάγκος Φωτιάδης Πασάς στην Αθήνα και στη Ρώμη, ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής Πασάς στη Ρώμη, ο Στεφανάκης Καραθεοδωρής Εφέντης στις Βρυξέλλες, ο Κονεμένος Μπέης στην Πετρούπολη, ο Μαυρογένης Μπέης στην Ουόσιγκτον και στη Βιέννη, ο Κωστάκης Μουσούρος Πασάς στην Αθήνα, τη Βιέννη και το Λονδίνο, ο Στεφανάκης Μουσούρος Πασάς στη Ρώμη και στο Λονδίνο και ο Γιάγκος Μουσούρος Μπέης στο Τορίνο).

Οι Ρωμιοί υπήρξαν πάντοτε επιδραστικοί στην οθωμανική κοινωνική ζωή. Μετά τις Μεταρρυθμίσεις, από το 1860, ιδρύθηκαν και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Οι Ρωμιοί υπήρξαν μετά τους Αρμένιους οι ιδρυτές των περισσότερων τέτοιων οργανώσεων, τις υπολογίζω τουλάχιστον 613, με τη διασημότερη τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως. Ο αριθμός αυτός αποδεικνύει ότι η κοινότητα των Ρωμιών διέθετε μια ισχυρή οργάνωση στην οθωμανική κοινωνία.

 

-Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για τούς κοινωνικούς αγώνες την εποχή των μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ). Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί συμμετείχαν από κοινού στις κινητοποιήσεις και στα συνδικάτα; υπήρχαν στις λαϊκές οργανώσεις εθνοτικοί, θρησκευτικοί και άλλοι διαχωρισμοί;

Το διάταγμα των Οθωμανικών Μεταρρυθμίσεων (1839) επιχείρησε να αναμορφώσει τη διαρρηχθείσα σχέση κράτους-κοινωνίας σύμφωνα με τα προτάγματα της εποχής του. Η ελληνική ανεξαρτησία προηγείται των εξελίξεων που οδηγούν στην αναδιαμόρφωση αυτής της σχέσης.

Η Υψηλή Πύλη κατάλαβε το λάθος της να θεωρήσει την Ελληνική Επανάσταση ως κρίση δημόσιας τάξης και διοίκησης. Κατανόησε λοιπόν ότι το ζήτημα ήταν ζήτημα οικονομικής κρίσης, ταυτότητας, εθνικού προσδιορισμού, ισότητας, ελευθερίας και εθνικισμού. Για το λόγο αυτό η εποχή των Μεταρρυθμίσεων ήταν η εποχή δημιουργίας του οθωμανικού εθνικισμού. Όλοι, ανεξαρτήτως εθνοτικής ταυτότητας και θρησκείας κλήθηκαν να αναπτύξουν την οθωμανική εθνική ταυτότητα.

Ο οθωμανικός εθνικισμός έδωσε τέλος στην πρωτοκαθεδρία των μουσουλμάνων και όλοι οι υπήκοοι θεωρήθηκαν πρώτης τάξεως αναγκαστικά. Ο αστικός πολιτισμός που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη την εποχή των Μεταρρυθμίσεων, με την διακηρυγμένη ισότητα, ανάμειξε τις εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες. Ο πολιτισμός αυτός ήταν τόσο ισχυρός και ανώτερος, ώστε η τέχνη, το θέατρο, η μουσική, η δημοσιογραφία, η φιλανθρωπία, ο χορός, η γλώσσα, τα σωματεία, μπορούσαν να ανταγωνιστούν αυτά της Ευρώπης. Οι μουσουλμάνοι που ταξίδευαν από την Κωνσταντινούπολη στην Αραβία θεωρούσαν τους εκεί μουσουλμάνους κατώτερους, και το ίδιο οι Τούρκοι της Κωνσταντινούπολης την Κεντρική Ασία, οι Αρμένιοι της Πόλης το Ερεβάν, οι Εβραίοι της Πόλης την Ιερουσαλήμ και οι Ρωμιοί της Πόλης την Ελλάδα. Θεωρούσαν ότι ήταν μέλη ενός ανώτερου πολιτισμού, και υπερηφανεύονταν για αυτό. Για το λόγο αυτό, οι Ρωμιοί της Πόλης είναι ιδιαίτεροι!

Η ενότητα αυτή θα συνεχιστεί μέχρι την καταστροφή της από τον εθνικισμό. Αλλά τα ελληνικά της Πόλης, τα τουρκικά της Πόλης, τα αρμενικά της Πόλης θα παραμείνουν πάντοτε ιδιαίτερα. Με τις Μεταρρυθμίσεις οι Ρωμιοί θα συμμετάσχουν πλέον στα οθωμανικά κοινοβούλια. Η πρώτη Βουλή λειτούργησε στην Τουρκία το 1877, με 69 μουσουλμάνους βουλευτές και 46 μη μουσουλμάνους, πολλούς από τους οποίους Ρωμιούς. Οι Ρωμιοί συμμετείχαν και στην οργάνωση Ένωση και Πρόοδος, έχοντας πολεμήσει τον αυταρχισμό του σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄.

Ένας από τους πέντε κύριους αρθρογράφους στην εφημερίδα Μεσβερέτ ήταν ο Ρωμιός Αριστείδης Εφέντης. Ο αντιπρόεδρος στο Α΄ Συνέδριο των Νεότουρκων στο Παρίσι το 1902 ήταν Ρωμιός. Η Επανάσταση των Νεότουρκων στις 23 Ιουλίου 1908 γιορτάστηκε από κοινού ως νίκη της δημοκρατίας. Για το λόγο αυτό οι καρτ-ποστάλ και οι αφίσσες εκείνης της εποχής γράφονται ταυτόχρονα στα οθωμανικά τουρκικά και στα ελληνικά. Στο κοινοβούλιο της περιόδου 1908-1918, υπάρχουν το 1908 26, το 1912 16 και το 1914 14 Ρωμιοί βουλευτές. Ορισμένοι από αυτούς συνέχισαν μάλιστα να ασχολούνται με την πολιτική και όταν πήγαν στην Ελλάδα.

Στο ελληνικό κοινοβούλιο το 1881 βουλευτές ήταν ο Χαλίλ Ντερβίς Μπέης και ο Σερίφ Μπέης, το 1892 ο Εντίπ Χασίπ Μπέης (βουλευτής Λαρίσης). Μεταξύ 1915-1920 εντοπίζουμε 24 μουσουλμάνους βουλευτές.

 

-Η Ευρωπαϊκή σοσιαλιστική φιλολογία πότε άρχισε να γίνεται γνωστή στους Οθωμανούς αξιωματούχους και/ή πολίτες. Πότε χρονολογούνται οι πρώτες έστω εμβρυώδεις σοσιαλιστικές οργανώσεις στην Κωνσταντινούπολη και την Σμύρνη;

Ο σοσιαλισμός διαδόθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την Κομμούνα του Παρισιού (1871). Σοσιαλιστικές κινήσεις βλέπουμε κατά τη Β΄ Συνταγματική Περίοδο, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων. Ξεκινούν στα Σκόπια, τη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Οι εργάτες των σιδηροδρόμων, του καπνού, των τραμ και των ναυπηγείων, που είχαν αναπτυχθεί κατά την περίοδο του Αμπντουλχαμίτ Β΄, ξεκινούν να οργανώνονται μετά το 1908 και να διεκδικούν δικαιώματα.

Η εξουσία επέβαλλε αμέσως σειρά νόμων, ακόμα και απαγόρευσης των απεργιών, για να καταστείλει τους εργάτες. Την περίοδο αυτή οι σοσιαλιστικές οργανώσεις των Αρμενίων, των Ρωμιών και των μουσουλμάνων Τούρκων άρχισαν να έχουν ευρύτερη επιρροή. Παραδείγματα: το Ντασνάκ και των Χιντσάκ των Αρμενίων, η εφημερίδα Εργάτης των Ρωμιών, το Σοσιαλιστικό Κέντρο Τουρκίας, ο Βαλκανικός Σοσιαλισμός των Βουλγάρων, η Φεντερασιόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, το Κόμμα Οθωμανών Σοσιαλιστών των μουσουλμάνων Τούρκων.

Οι οργανώσεις ξεκίνησαν να γιορτάζουν την Πρωτομαγιά και οργάνωσαν διαδηλώσεις, διεκδικώντας δικαιώματα για τους εργάτες. Οι οθωμανοί σοσιαλιστές αγωνίστηκαν για μια ζωή κοινή, με ειρήνη και δημοκρατία.

 

-Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου κάθε συζήτηση περί “επανάστασης” θεωρείται “ουτοπική” και όσοι την επιδιώκουν “ύποπτοι” για ολοκληρωτισμό. Ο μεταμοντερνισμός μίλησε, για “το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων”. Μπορούν οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις να αποδαιμονοποιήσουν την έννοια της επανάστασης ή πρέπει να την “θάψουμε” σαν κάτι παρωχημένο;

Είναι δύσκολο να συμφωνήσω πως η Επανάσταση έφυγε πλέον από το ιστορικό προσκήνιο. Διότι δεν γνωρίζουμε τι είδους εξελίξεις θα ζήσουμε. Στην Τουρκία, ενώ θεωρούσαμε ότι δεν θα γίνει κι άλλο πραξικόπημα, έγινε προσπάθεια πραξικοπήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι λάθος να αναμένουμε μεμιάς ότι μια ριζοσπαστική μέθοδος όπως η επανάσταση, ως πρακτική και προσδοκία, θα στεριώσει στον κομφορμισμό του 21ου αιώνα.

Η μεσαία τάξη της Ευρώπης, για παράδειγμα, θεωρεί τους πρόσφυγες ως την μεγαλύτερη απειλή και ζει υπό τον φόβο της απώλειας των προνομίων της. Τόσο η μεσαία όσο και η ανώτερη τάξη έχει να χάσει πολλά από μια επανάσταση και για το λόγο αυτό επιλέγει να εκφράζεται περισσότερο μέσω των κοινωνικών δικτύων, παρά βγαίνοντας στο δρόμο… Αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι και η επιρροή των κοινωνικών δικτύων είναι σημαντική.

Εντούτοις, είναι πάντοτε πιθανό να βρεθούμε ξανά μπροστά σε μια επανάσταση για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των λαών απέναντι στην οικονομική κρίση, την ανασφάλεια, την πανδημία, τα αυταρχικά καθεστώτα. Ας μην λησμονούμε ότι η καπιταλιστική κρίση του 2008 υπήρξε πολύ σοβαρότερη από εκείνη του 1929 και συνεχίζεται ακόμα, διαλύοντας και τη χίμαιρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διευρυνόμενη κρίση δημιούργησε ένα περιβάλλον ρατσισμού, εχθρότητας απέναντι στον Άλλο, μίσος για τους πρόσφυγες και πολιτική περιχαράκωση. Η πανδημία, ιδιαίτερα, νομιμοποίησε τον κρατικό έλεγχο στην καθημερινή ζωή.

Εν τέλει, η επανάσταση δεν είναι ουτοπία. Η επανάσταση δεν είναι στόχος, στόχος είναι η μετεπαναστατική ισότητα, τα ελεύθερα δικαιώματα της ανθρωπότητας στον κόσμο. Με μια άλλη διατύπωση, πιστεύω σε έναν κόσμο στον οποίο θα ζήσουμε ειρηνικά και δημοκρατικά, ανεξαρτήτως εθνοτικών και εθνικών ριζών, διαφορετικών θρησκειών ή αθεΐας, διαφορετικών φύλων.

Για το λόγο αυτό, θεωρώ ότι η επανάσταση δεν είναι μια έννοια που ανήκει μόνο στην ιστορία, είναι το συμβολικό όνομα αυτού του κόσμου που θέλουμε να δημιουργήσουμε.

*Μετάφραση από τα τουρκικά: Ηλίας Κολοβός, Ντίνα Σουρή